Walk, don't run

Economics focus

Walk, don't run

Jul 9th 2009
From The Economist print edition

In a guest article Justin Lin, the chief economist at the World Bank, argues that low-income countries need to make small, local banks the mainstay of their financial systems


FIXING finance is easier if you have a clear idea what it is for. What matters most is setting up a financial sector that can serve the competitive sectors of an economy. In many poorer countries, that means focusing on activities dominated by small-scale manufacturing, farming and services firms. The size and sophistication of financial institutions and markets in the developed world are not appropriate in low-income markets. Small local banks are the best entities for providing financial services to the enterprises and households that are most important in terms of comparative advantage—be they asparagus farmers in Peru, cut-flower companies in Kenya or garment factories in Bangladesh.

The experiences of countries such as Japan, South Korea and China are telling. Those countries managed to avoid financial crises for long stretches of their development as they evolved from low-income to middle- and high-income countries. It helped greatly that they adhered to simple banking systems (rather than rushing to develop their stockmarkets and integrate into international financial networks) and did not liberalise their capital accounts until they became more advanced. The experience of the United States is also instructive. Hulking national banks and equity markets become important only when a country becomes more advanced and when large capital-intensive firms dominate the economy. The rise of the New York Stock Exchange occurred only after the creation of large-scale industrial firms at the close of the 19th century. For the early labour-intensive phase of America’s economic development, local banks were dominant.

Governments and the international financial institutions that help them should resist the temptation to strive for “modern” stockmarkets in the early stages of a country’s development. Efforts to create African stockmarkets, for example, have not yet borne much fruit. There are relatively few listed shares in the stockmarkets of sub-Saharan countries. Excluding South Africa, the annual value of traded shares relative to GDP in Africa is below 5% (see chart). In Latin America and the Caribbean the figure is less than 10%; in the former communist countries of Europe and Central Asia it is less than 15%. The comparable figure in 2007 was 79% in Denmark, 207% in Spain and 378% in Britain.

Stockmarkets are unlikely to be a major force in poor countries in the near future. Microfinance companies and other non-bank financial institutions will play a more important role in financing poor households. And stockmarkets are not the best conduit for providing finance to the small- and medium-sized businesses that characterise the early stages of countries’ economic development. Instead, the banks will be much more critical when it comes to financing companies.

But gigantic banks are not the way to go. In Africa and other parts of the developing world, relatively large foreign banks that were set up in the colonial era have long played a role. But these institutions tend to serve relatively wealthy customers. Smaller domestic banks are much better suited to providing finance to the small businesses that dominate the manufacturing, farming and services sectors in developing countries. There is evidence to suggest that growth is faster in countries where these kinds of banks have larger market shares, in part because of improved financing for just these kind of enterprises.

It is true that bigger banks can exploit economies of scope and scale that make them more diversified, thus enhancing systemic stability. But local banks are stable in a different way. In America the country’s 7,630 community banks have so far been only mildly affected by the financial crisis as they have continued to deal with the same small, local clients that they have had for years.

Governments in low-income countries should recognise the strategic importance of small, private domestic banks. They should also carry out some fundamental reforms. On the demand side of the equation, entrepreneurs in developing economies need to be able to signal more easily that they are creditworthy. Sustained efforts to improve credit and collateral registries offer large pay-offs. Credit registries enable first-time entrepreneurs to document their personal credit histories and share them with lenders. Collateral registries enable lenders to verify that assets such as property and vehicles have not already been pledged by the borrower to secure past loans. Transparent and efficient court procedures allow lenders to seize collateral in the event of loan defaults.

Step changes

On the supply side, underachieving banks, be they large or small, should be rooted out through merger or liquidation. In many developing countries, supervisory authorities find it difficult to intervene and dispose of troubled banks’ assets quickly. Supervisors in some countries face legal challenges from the owners of such banks, sometimes long after they have left office. All this impedes the efficient exit and entry of institutions that make for a vibrant local banking sector. Failing local banks should be acquired by stronger local banks or liquidated if no such purchaser can be found. After liquidations well-capitalised new banks should be allowed to enter the sector.

Facilitating the creation of new local banks and improving the methods for intervening to deal with troubled banks will encourage competition and provide healthier incentives. That will help banks promote the private-sector-led growth that will be crucial to recovery from the current financial crisis. Leave the developed markets to worry about how to reform their highly evolved financial systems. To make sustained progress in lifting the weight of the extreme poverty that will remain after the crisis has subsided, low-income countries need to make their financial institutions small and simple.

Από το Economist

"Το καλύτερο και το χειρότερο"

Είναι μία από τις τυπικές ερωτήσεις που γίνονται αυτές τις μέρες:
"Ποια ήταν η καλύτερη και η χειρότερη στιγμή της χρονιάς που πέρασε;"

Για εμένα το χειρότερο της φετινής χρονιάς ήταν η καθολική κρίση θεσμών και λειτουργιών της Πολιτείας. Το καλύτερο, η συνειδητοποίηση αυτής της κατάρρευσης από τους πολλούς.

Οι περισσότεροι την αντιλαμβάνονται ενδοσκοπικά, κοιτώντας τον τρόπο ζωής τους και την γενικότερη στάση τους, ενώ κάποιοι αποφάσισαν να συμμετάσχουν σε κάθε ευκαιρία και με κάθε μέσο για να προωθήσουν τις αλλαγές που θέλουν να δουν.
Κρατάω αυτό από την χρονιά που πέρασε και ελπίζω σε ένα καλύτερο αύριο.

Καλή χρονιά σε όλους μας με υγεία.


Ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα

Έμεινα στην Αγγλία για 13 χρόνια. Πλήρωνα δημοτικά τέλη και αυτά μου έδιναν το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές. Και το εξασκούσα.

Όταν σκέφτηκα ότι θέλω να μείνω μόνιμα στην Αγγλία, η διαδικασία της ιθαγένειας ήταν σχετικά απλή (αν εξαιρέσει κανείς ότι έπρεπε να δηλώσω πίστη στην Ελισάβετ).

Και όσο αυτά συνέβαιναν στο κεντρικό Λονδίνο, στα περίχωρα οι έγχρωμοι δεχόντουσαν επιθέσεις από ομάδες που έψαχναν να βρουν εχθρούς (ΒΝΡ – British Nationalist Party) ενώ σε κάποιες επαρχίες σημειώνονταν επιθέσεις σε αλλοδαπούς φοιτητές (σαν κι εμένα) με την δικαιολογία ότι «έπαιρναν τις θέσεις των ντόπιων».

Το νομοσχέδιο δεν μπορούμε να το κρίνουμε σαν να ζούμε με κλειστά σύνορα, απομονωμένοι. Αν θέλουμε να ψάξουμε για εχθρούς να ξεκινήσουμε με τον καθρέφτη μας. Στους ανθρώπους που ζουν μαζί μας στο συγκεκριμένο τόπο, μόνο συμμάχους μπορούμε να βρούμε. Και κάτι τελευταίο: η φτώχεια φέρνει γκρίνια και η αμορφωσιά μισαλλοδοξία.
Ψηφίστε το νομοσχέδιο για να διορθωθεί νομοθετικά αυτή η αρρυθμία, αλλά προχωρήστε όσο πιο γρήγορα μπορείτε με την μεταρρύθμιση της παιδείας και την αναδιανομή.




Το βασικό που πρέπει να αλλάξει η νέα κυβέρνηση είναι η σχέση πολίτη κράτους. Καλό πρώτο βήμα οι διαβουλεύσεις, στον βαθμό που επηρεάζουν, αλλά δεν αρκεί.
Η προτροπή των κυβερνώντων να αλλάξουν οι πολίτες πρέπει να εισακουσθεί πρώτα από τους ιδίους και τους εισηγητές τους. Μόνο έτσι θα κάνουν τις σωστές ερωτήσεις και θα καταλήγουν στις σωστές απαντήσεις.

Στην πρόσφατη αναπροσαρμογή των τελών κυκλοφορίας δεν έγιναν οι σωστές ερωτήσεις. Κι αν έγιναν, δεν φάνηκε. Οι δηλώσεις "είναι λάθος, αλλά θα το φτιάξουμε του χρόνου" (αφότου πληρώσουμε την αύξηση εν μέσω κρίσης) δεν αρκεί - λυπάμαι. Αν οι αυξήσεις ήταν απαραίτητες, η επόμενη ερώτηση όφειλε να είναι "πως θα τα πληρώσουν". Η λογική που επέδειξε ο κ.Σούρλας κάνοντας την δήλωση "μην τους λυπάστε τόσο κ.Αυτιά, έχουν λεφτά" πρέπει να καταργηθεί από το δημόσιο.

Καταλαβαίνω την πίεση της ΕΕ και την πίεση χρόνου. Αν δεν προλαβαίνετε, ξεκινήστε από εκεί που έχουν φτάσει ήδη οι άλλες χώρες του Δυτικού κόσμου. Επιτρέψτε την τμηματική καταβολή των τελών, έστω σε 6μηνα. Μην ζητάτε παράλογες διαδικασίες από όσους δεν είναι σε θέση να σας πληρώσουν. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να ξηλώσω τις πινακίδες του αυτοκινήτου, να φέρω σχέδια μηχανικού για το γκαράζ φύλαξης και να χάσω 3 μέρες στις υπηρεσίες σας. Επίσης δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να πληρώσω το αυξημένο (!)τέλος διπλό, όταν βρω τα χρήματα και αποφασίσω να κυκλοφορήσω και πάλι με το ΙΧ μου. Ή γιατί πρέπει να στηθώ στην εφορία σαν το ...ραγιά, όταν δεν μου έχει έρθει το ειδοποιητήριο.

Και με προβληματίζει ιδιαίτερα όλο αυτό, όταν οι μεγαλύτερες φθορές στο ΙΧ μου, γίνονται από τις ατέλειες των δημόσιων δρόμων! Να μην αναφερθώ καν στις σωματικές βλάβες από το ολισθηρό οδόστρωμα και τις λακκούβες. Γεμίσαμε 4x4, αλλά μήπως ήρθε η ώρα να αναλογιστεί και η πολιτεία το γιατί, πριν απλά το ποινικοποιήσει φορολογικά; Μήπως τελικά είναι το καταλληλότερο όχημα για τους καρόδρομους των Αθηνών (και όχι μόνο); Μήπως είναι το μόνο όχημα που μπορεί να κινηθεί όταν οι δρόμοι πλημμυρίζουν μετά από μισή ώρα βροχή;
Ρωτάω, μήπως;

Υ.Γ.: η καταπληκτική φωτογραφία του φίλου μου Γ.Μαστρογεωργίου (via Facebook)


Ένας παπάς στο Υπουργικό Συμβούλιο

Είμαστε κατά του δημοψηφίσματος της Ζυρίχης για τους μιναρέδες, και υπέρ της μη ανάρτησης των θρησκευτικών συμβόλων στα δημόσια κτήρια. Επίσης υπέρ του μη υποχρεωτικού θρησκευτικού όρκου και της φορολόγησης της εκκλησιαστικής περιουσίας. Η λίστα είναι μεγάλη, αλλά το πνεύμα σαφές.

Η θρησκεία για τους περισσότερους πιστούς δεν έχει να κάνει με την λογική, αλλά το συναίσθημα. Αναφέρομαι στο συναίσθημα που τόσο επιτυχώς χρησιμοποίησε ο Χριστόδουλος στα συλλαλητήρια για τις ταυτότητες. Το συναίσθημα που επηρέασε την πολιτική απόφαση πολλών το 2004, όταν ψήφισαν υπέρ του ευσεβούς Καραμανλή που ασπάστηκε την χείρα του Μακαριστού και συνυπέγραψε ΥΠΕΡ της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές μας ταυτότητες.

Θυμάμαι πολλούς τότε να μιλάνε για τον τρόπο του Σημίτη. Ήταν απότομος - ασεβής. Αποφάσισε και διέταξε. Δεν ήταν η πράξη που τους αποξένωσε, αλλά ο τρόπος.

Στο νέο φορολογικό που θα κατατεθεί σύντομα, θα υπάρξει φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ανοιχτό παραμένει το θέμα του Τζαμιού, ενώ οι (κατά κόρον) αλλόθρησκοι μετανάστες καίγονται και διώκονται από ακραίες δεξιές-χριστιανικές ομάδες παρακρατικών. Για τους μη παρακρατικούς διώκτες που έβαλε στο κοινοβούλιο το 5,6% των ψηφοφόρων δεν θέλω να προσθέσω τίποτα.

Η τηλεοπτική ρητορεία ενάντια σε Αλβανούς σημαιοφόρους σε σχολικές παρελάσεις, η χριστιανική απέχθεια προς τον αλλόθρησκο πρόσφυγα και τα παιδιά του, θα αντιμετωπιστεί για πρώτη φορά με το νομοσχέδιο για τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει στην χώρα μας, από όπου κι αν προέρχονται.

Αν η αντίδραση των "ευπατριδών" βασίζεται κυρίως στην θρησκεία, δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο επισκέπτη για το αντίστοιχο Υπουργικό Συμβούλιο, από τον Ιερώνυμο. Με αυτήν την από κοινού κίνηση, ακυρώθηκε το προκάλυμμα της θρησκευτικής πίστης. Το κόστος; Αναγνώριση του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας (εν όψει φορολόγησης της) από τον Πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Μάλλον δίκαιο.

Ο διάλογος και η συνεννόηση πάντα ενοχλούσε τα γκρουπούσκουλα. Κι αυτό δεν θα αλλάξει, σε όποιο Θεό κι αν πιστεύουν.

Σημείωση: το πρόβλημα της Χριστιανοκρατείας δεν είναι μόνο Ελληνικό, αλλά Ευρωπαϊκό.


Ο αγώνας θέλει μπούσουλα

μπούσουλας ο [búsulas] O5 (χωρίς γεν. πληθ.) : 1. (ναυτ.) η ναυτική πυξίδα. 2. (μτφ.) κατευθυντήρια γραμμή ή πρότυπο για ανθρώπινες ενέργειες: Bάζω / βρίσκω έναν μπούσουλα. ΦP χάνω τον μπούσουλα,βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση.

Αν δεν έχεις συγκεκριμένους στόχους και κριτήρια, δεν θα μάθεις ποτέ πότε κερδίζεις. Είναι σαν αγώνας ράλλυ χωρίς δρόμο, στην έρημο. Κάποια στιγμή θα καταλήξεις να κάνεις γύρους γύρω από τον εαυτό σου, μέχρι αυτό να γίνει αυτοσκοπός ή να αποφασίσεις να βάλεις ένα σημάδι (κριτήριο) για να προχωρήσεις.

Είναι εξίσου ανεδαφικό να περιμένεις να διακτινιστείς στην γραμμή του τερματισμού, απλά επειδή το αποφάσισες. Πόσω μάλλον αν πρέπει να συμπαρασύρεις και άλλους.

Σπανίως ακούω ή διαβάζω μετριοπαθείς προσεγγίσεις, ειδικά σε καίρια θέματα όπως η παιδεία και τα ατομικά δικαιώματα. Από την μία μεριά ταμπουρώνονται οι επαναστατικοί που ζητούν να διακτινιστούμε σε ένα καλύτερο (και μη περιγεγραμμένο) κόσμο, κι από την άλλη οι καθεστωτικοί που επιζητούν την δια ροπάλου επιβολή του status quo που εκείνοι έχουν αποδεχθεί ως έχει.

Η μετριοπάθεια έχει (κάκιστα) ταυτιστεί με την αδράνεια, επειδή θεωρείται αναποτελεσματική και συμβιβαστική. Και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

Η αλήθεια είναι ότι και οι μεν και οι δε είναι απαραίτητοι στην κοινωνία. Όταν όμως επικρατήσει (για καιρό) η μία πλευρά, δημιουργείται πόλωση, κι εδώ βρισκόμαστε σήμερα. Μετά από 6 χρόνια μίας υπερσυντηρητικής κυβέρνησης, υπάρχει κόσμος ο οποίος έχει πλέον (δικαίως) αφηνιάσει. Καινούριες τρομοκρατικές ομάδες, χτυπήματα σε αστικούς στόχους, και γενικότερα πλήρης σύγχυση. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα η θραύση υαλοπινάκων καταστημάτων στην επέτειο της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, όπου η μητέρα του γίνεται ενδεχόμενος στόχος, ούσα ιδιοκτήτρια εμπορικού καταστήματος στην Βουκουρεστίου.
Επίσης αντιφατική είναι η επίθεση σε χώρο που διεξάγεται δύσκολος όσο και γόνιμος διάλογος από ομάδες που κατηγορούν την ευρύτερη κοινωνία για έλλειψη διαλόγου.

Από την άλλη, άνθρωποι του πνεύματος και της παιδείας βρίσκονται να συζητάνε την κατάργηση του ασύλου, την εγκατάσταση σεκιούριτι στα πανεπιστήμια και ένας θεός ξέρει τι άλλο παράλογο. Προτάσεις που κάποτε θα έπρεπε να τους είχαν βγάλει και τους ίδιους στον δρόμο. Λες και η καταστολή μπορεί να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Μέσα σε αυτό το tag of war, ουδείς ασχολείται με το επιθυμητό αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει ούτε συζήτηση, ούτε κριτήρια (βήματα) που μπορούν να χαράξουν μία πορεία προς συγκεκριμένους στόχους που, θεωρώ ότι εν τέλει, είναι κοινοί.

Όσο χαριτωμένα είναι τα παιδιά που παίζουν στο πίσω κάθισμα του οικογενειακού αυτοκινήτου, τόσο επικίνδυνο γίνεται όταν το κάνουν οι γονείς στο μπροστινό. Ο μόνος δρόμος είναι η συμφωνία σε συγκεκριμένους στόχους και συγκεκριμένα κριτήρια, τα περισσότερα των οποίων ήδη προβλέπονται από το Σύνταγμα, όπως έγραφε χθες ο Μανδραβέλης. Ούτε δύο πέτρες από θερμόαιμους πιτσιρικάδες, ούτε ένα στραβοπάτημα από μεριάς της πολιτείας είναι αρκετά για την ισοπέδωση των πάντων. Πρέπει να υπάρχει ανοχή στην απαραίτητη αντίδραση των νεότερων και νομική αντιμετώπιση όσων αποκλίνουν από τον θεσμικό τους ρόλο.

Αν μπορούσα να διαλέξω, θα ξεκινούσα από τους δεύτερους. Η εικόνα του Κράτους το καλοκαίρι που μας πέρασε, που κρατούσε ακόμα προφυλακισμένο τον Ηλιόπουλο και αρνιόταν να του παράσχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν πρέπει να επαναληφθεί ποτέ. Το κράτος διοικείται από συγκεκριμένους ανθρώπους, αλλά δεν τους ανήκει. Ανήκει σε όσους τους ψήφισαν και πρέπει να θυμούνται ότι αυτή τους η εκλογή αποτελεί μέρος μίας σύμβασης (όπως ορίζεται από το Σύνταγμα). Κάθε παρέκκλιση, είναι δυνάμει καταλυτική. Όχι μόνο της δικής τους τοποθέτησης, αλλά της συνολικής που αφορά την λειτουργία του πολιτεύματος. Και θα κάνουν καλά να το θυμούνται.

Ομοίως, οι αιτούντες την καθολική εφαρμογή των συμφωνηθέντων, ή την επαναδιαπραγμάτευση, καλά θα κάνουν να ξαναπιάσουν τον μπούσουλα και να εξετάσουν τις συνέπειες των δικών τους πεπραγμένων, αν πραγματικά επιζητούν την επίλυση των ζητημάτων που προκύπτουν στο ατελές πολίτευμα μας. Θέλει μπούσουλα ο αγώνας σύντροφοι, αν είναι να βγούμε από την έρημο.


Σε συνέχεια του "Μιναρέδες και Εσταυρωμένοι"

Η Chiesa dell'Autostrada del Sole, βρίσκεται στην Τοσκάνη και είναι αφιερωμένη στους εργάτες που πέθαναν σε εργατικά ατυχήματα κατά την (εσπευσμένη, εξ ου και οι τόσοι θάνατοι) κατασκευή της Autostrada del Sole που συνδέει την Βόρια με την Νότια Ιταλία.
Η κατασκευή της είναι βασισμένη σε τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή δρόμων και γεφυρών. Η ιδέα είναι αυτή της (νομαδικής) τέντας, κάτω από την οποία βρίσκονται οι ταξιδιώτες του δρόμου.
Τέλος, το ιερό κοιτάει προς τον αυτοκινητόδρομο (ευνόητο).

"Michelucci [the architect] argued that it is "not the church that is sacred, it is the city… and the church should fundamentally represent the spiritual values of the city"86 which was happily for Michelucci in accord with the spirit of the Second Vatican Council (begun in 1962) which acknowledged that the Catholic church could no longer define itself as remote but must relate to and be understood by the people.87 This therefore enabled him to question traditionally held views on the relationship of forms to functional and liturgical requirements."

Φωτογραφίες από άρθρο της Ιταλικής Wikipedia

Μιναρέδες και Εσταυρωμένοι

Ανεξιθρησκία: η αναγνώριση της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστης και της ισοτιμίας των θρησκειών απέναντι στο νόμο.

Είδηση: δημοψήφισμα στην Ζυρίχη, απαγορεύει την ανέγερση νέων μιναρέδων.

Από το Βήμα:
...ο γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης Εκμελεντίν Ιχσάνογλου δήλωσε «απογοητευμένος και ανήσυχος» από «την ατυχή εξέλιξη που αμαυρώνει την εικόνα της Ελβετίας ως χώρας που σέβεται τη διαφορετικότητα, την ελευθερία του πολιτισμού και τα ανθρώπινα δικαιώματα. [...] Αυτή η ψήφος είναι μια έκφραση αναζωπύρωσης των αντιισλαμικών τάσεων στην Ευρώπη από ξενόφοβους πολιτικούς, ρατσιστές της άκρας Δεξιάς που αντιτίθεται στον κοινό νου, στη σύνεση και στις διεθνείς αξίες»

Τα κτίρια στην θρησκευτική πίστη δεν ήταν μόνο χώροι λατρείας, αλλά και τρισδιάστατοι εκφραστές αξιών όσο και δύναμης.
Η ερώτηση που τίθεται σήμερα είναι το πως εφαρμόζεται η αρχή της ανεξιθρησκίας σε συγκεκριμένο αστικό τοπίο. Μιναρέδες στην Ζυρίχη, καθεδρικοί στο Αλγέρι...

Το πρόβλημα βρίσκεται στις ίδιες τις θρησκείες, και στον τρόπο που χρησιμοποίησαν τους τόπους λατρείας. Οι κατακτητές ξένων τόπων έφερναν πάντοτε και την πίστη τους. Άλλοτε αυτό σήμαινε το χτίσιμο ενός ναού, και άλλοτε την αποψίλωση θρησκευτικών συμβόλων από υφιστάμενους ναούς και μετατροπή τους (Αγιά Σοφιά). Σε καιρό ειρήνης, στον σύγχρονο κόσμο, η κατάσταση διαφοροποιείται σημαντικά.

Στο επίκαιρο ζήτημα που προέκυψε με το δημοψήφισμα στην Ζυρίχη ενάντια στην ανέγερση μιναρέδων, αναρωτιέμαι αν το πρόβλημα είναι ότι οι Ελβετοί αναγνωρίζουν στην άρνηση τους, τον επεκτατισμό που εξέφραζαν οι Δυτικοευρωπαϊκές εκκλησίες σε ξένους τόπους.

Αρχιτεκτονικά, δεν υπάρχει Ελβετικός μιναρές, όπως δεν υπάρχει και Πακιστανικός Καθολικός Καθεδρικός ναός. Χτίστηκαν όμως κάποιοι Ισλαμικοί μιναρέδες στην Ελβετία, όπως και ο Καθεδρικός της φωτογραφίας στην Λαχώρη του Πακιστάν.

Ευτυχώς όμως χτίστηκαν και κάποια άλλα κτίρια, όπως η Ronchamp και η La Tourette του Le Corbusier, ή το L' Institut du monde Arabe του Jean Nouvel στο Παρίσι. Κτίρια που λειτούργησαν ως τόποι λατρείας ή θρησκευτικής μελέτης, αλλά δεν είχαν ως στόχο την επιβολή, τον προσηλυτισμό ή τον επεκτατισμό. Πρότυπα κτίρια που οι αρχιτέκτονες τους δούλεψαν για να συνδυάσουν τις ανάγκες (λατρευτικές, λειτουργικές...) με το συγκεκριμένο τόπο του κάθε κτηρίου και στοιχεία από τον τόπο προέλευσης του πελάτη. Σε καμία περίπτωση όμως δεν "προσγείωσαν" τα κτήρια τους ως σεληνάκατους, όσο πρωτοπόρα κι αν ήταν.

Δεν ξέρω αν θα υπάρξει Ελβετικός μιναρές, ούτε αν νοείται Ισλαμικός ναός χωρίς μιναρέ - είναι θέμα συζήτησης των εμπλεκομένων. Είμαι βέβαιος όμως ότι αυτή πρέπει να είναι η κατεύθυνση. Όχι τόσο για να "ξεπλύνουμε" τις θρησκευτικές αμαρτίες του παρελθόντος (ως μέρος πολεμικών μηχανών), όσο γιατί η σύνθεση είναι το ζητούμενο. Είναι θέμα δημοκρατίας. Και πολιτισμού.