8.9.16

Το «μη χείρον» γίνεται κάθε μέρα χειρότερο

Η πραγματιστική επιλογή της υπερψήφισης της μη-χείριστης λύσης τη στιγμή της κάλπης, δεν είναι κατακριτέα. Η έλλειψη φιλοδοξίας για κάτι καλύτερο, όμως,  από τη μεριά του πολιτικού προσωπικού, δεν είναι απλά κατακριτέα, αλλά καταδικαστέα.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν είναι μοναδικά - δεν είμαστε η εξαίρεση. Η διαφορά μας έγκειται στην ένταση με την οποία τα βιώνουμε, ελλείψει θεσμικής επάρκειας και σεβασμού στο ρόλο του θεσμικού πλαισίου, στους κανόνες.

Πολιτευτές, πολιτικολογούντες και δημοσιογράφοι, σε ένα κλίμα «ρεαλισμού» αποδέχονται κάθε παραβίαση των κανόνων λειτουργίας της πολιτείας με την ίδια ευκολία που υστεριάζουν για παρανυχίδες όταν το απαιτεί το μικροκομματικό όφελος. Το αποτέλεσμα είναι πως τα πραγματικά προβλήματα δεν συζητούνται, αλλά αποκρύπτονται, τροφοδοτώντας και διαιωνίζοντας τα. Σαν πρακτική, ανάγεται σε ύβρη, όταν το ανάθεμα μεταβιβάζεται στην κοινωνία και τους πολίτες, γιατί «αυτοί είμαστε». Γιατί «αυτά θέλει ο λαός».  

Τι θέλει ο λαός; Φορολογική ανισότητα; Διαλυμένη υγεία και παιδεία; Συντάξεις πείνας για να διατηρούνται περιττές δομές στο δημόσιο, με πρώτη τον ίδιο τον πανάκριβο μηχανισμό απόδοσης συντάξεων; Τη γραφειοκρατία που δημιουργείται για να καθιστά την «σωτήρια παρέμβαση» κάποιου πολιτευτή απαραίτητη; Την ανελευθερία που επιβάλλεται μέσα από στρεβλώσεις, χάριν εργατολόγων, λογιστών, μηχανικών και δικηγόρων; Την αδιαφάνεια στο πού πάνε οι φόροι και τα έσοδα του κράτους; Τη μη-αξιολόγηση στο δημόσιο και κομματικές προαγωγές ή προσλήψεις;

Όλα αυτά αποτελούν επιλογές «του λαού», ή αποτυχίες, αν όχι εργαλεία, του πολιτικού συστήματος και όσων αισθάνονται πως κατέχουν θέση καραγκιοζοπαίκτη στην κοινωνία μας - πως εκείνοι κρατούν τα καλάμια και όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να είναι στην καλύτερη περίπτωση ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης τους; Επειδή έχουν οικονομική ισχύ, ή μηντιακή, ή άλλη.

Ο Καραγκιοζοπαίκτης - το σύστημα - δεν έχει αποδειχθεί πολύ εφυής. Αν ήταν, η χώρα θα ήταν σε άλλη μοίρα. Η δε αποδοχή του άτυπου ρόλου του από τις πολιτικές δυνάμεις, θυμίζει εκείνο το ρητό: αν βάλεις ένα χρυσόψαρο στο κλαδί του δέντρου και αυτό δεν κελαηδήσει, δεν φταίει το χρυσόψαρο. Το πολίτευμα είναι Δημοκρατία και το θεσμικό πλαίσιο, όταν τηρείται, ορίζει τη θέση καθενός μέσα σε αυτό. Η άτυπη εξουσία, όταν αφήνεται να υποκαταστήσει αυτές που ορίζονται από το Σύνταγμα, φτιάχνει νομοτελειακά «Ελλάδες». Σε κράτη που βρίθουν ανισότητας, την ίδια ώρα που φλερτάρουν με την ολοκληρωτική αποτυχία - failed state - και την χρεοκοπία.

Όσοι συμβιβάζονται με όλα αυτά, βασιζόμενοι σε ισορροπίες τρόμου που μόνο λύση δεν αποτελούν, ευελπιστώντας στην υπερψήφισή τους ως «μη χείρον», δεν αποτυγχάνουν μόνο προσωπικά ή κομματικά, αλλά οδηγούν τη χώρα προς την ολοκληρωτική αποτυχία. Οι μικρές διαφοροποιήσεις στο μείγμα συμβιβασμών, δεν είναι λύση, αλλά άρνηση των δυνατοτήτων όλων και ένα σκαλί ακόμα προς τα κάτω. Το «κάτσε να εκλεγούμε και τότε θα προσπαθήσουμε» είναι ένα χυδαίο ψέμα, είτε λέγεται με ειλικρίνεια στον καθρέφτη από αφελείς, είτε από συμβιβασμένους δειλούς - από ψεύτες.

Χωρίς συγκρούσεις, χωρίς ανοιχτά διακηρυγμένη διάθεση για συγκρούσεις, όχι με επαγγελματικές ομάδες και πολίτες, αλλά με το σύστημα που λειτουργεί αλώβητο πίσω από κουρτίνες και κλειστές πόρτες, δεν θα υπάρξουν αλλαγές και άρα δεν θα υπάρξει λύση.

Σε έναν κατάκοπο και κατακερματισμένο λαό, η ιδέα και μόνο της όποιας σύγκρουσης μπορεί να μοιάζει βουνό. Ας προτείνουμε λοιπόν, ως συντόμευση, το εξής: την απόλυτη καταδίκη, σε ό,τι συμβαίνει στο ημίφως, πίσω από κλειστές πόρτες, μακρυά από το φως της κοινής γνώμης - των πολιτών. Με πρώτους τους προοδευτικούς - όσους είναι ή όσους θα ήθελαν να είναι - ειδικά αν επιδίδονται, ή θα ήθελαν να επιδίδονται, σε προσπάθειες ανασυγκρότησης του ιστορικού χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού, με τους όμορους χώρους της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, του πολιτικού φιλελευθερισμού και της οικολογίας.


1.9.16

Τόσες ήττες, θέλουν ταλέντο

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει χάσει κάθε ευκαιρία για νίκη, όσο και ηθική δικαίωση της Αριστεράς αν κάτι τέτοιο τον απασχολούσε.

Με την Δεξιά δειλή ως προς τα γεγονότα και ηττημένη, με την Σοσιαλδημοκρατία διαλυμένη, είχε την ευκαιρία να κυριαρχήσει θετικά για την χώρα. Ήταν μόνος - χωρίς αντιπολίτευση για μήνες. Η ευκαιρία υπήρχε επίσης λόγω συγκυρίας τη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία και αφοσιωμένης βάσης - αυτής που τον ακολούθησε ακόμα και όταν έκανε το ΟΧΙ, ΝΑΙ.

Κάποια ζητήματα που αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά το εσωτερικό της χώρας, όπως αυτό της Παιδείας, η στάση του μπορεί να οφείλεται σε ανεδαφικές εμμονές του ΣΥΡΙΖΑ (δεν θα το φορτωθεί αυτό η Αριστερά), ενός ακόμα συστημικού πελατειακού κόμματος. Μην ξεχνάμε, πως και η ΝΔ δεν πρόλαβε να αναλάβει την εξουσία το 2012 και το πρώτο που έκανε ήταν να χτυπήσει το νόμο της περιόδου 2009-2011, το νόμο Διαμαντοπούλου, συνεπικουρούμενη δε του ΠΑΣΟΚ του κ. Βενιζέλου και της ΔΗΜΑΡ του κ. Κουβέλη.

Σε όσα άπτονται της θέσης της χώρας στην Ευρώπη και τον κόσμο, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά (αγορές), η στάση του δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με πελατειακούς όρους. Οι αποτυχίες στη «γενναία διαπραγμάτευση» με τεράστιο κόστος για την Εθνική Οικονομία και τον πολίτη, στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, στην προσέλκυση επενδύσεων, στην εκκαθάριση του ασφαλιστικού συστήματος και του κόστους που προκαλεί στα δημοσιονομικά χωρίς αποτέλεσμα για τον συνταξιούχο ή την υγεία, οφείλονται σε ελλιπείς γνώσεις, που με τη σειρά τους έφεραν στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας και κατέληξαν σε εσφαλμένη χαρτογράφηση των εναλλακτικών λύσεων πολύ πριν φτάσει κάποιος στην επιλογή ή την εφαρμογή τους.

Η Πρώτη Φορά Αριστερά, χρειαζόταν λιγότερη αλαζονεία, περισσότερη δουλειά, καλύτερο επίπεδο συνεργατών σε όλα τα επίπεδα, ξεκινώντας από το τρισάθλιο υπουργικό συμβούλιο, λιγότερο τακτικισμό προς όφελος της κυβέρνησης και περισσότερο στρατηγικό σχεδιασμό για το καλό της χώρας. Άγνωστο αν ακόμα και σήμερα έχουν αντιληφθεί πως η διακυβέρνηση δεν κρίνεται στο επίπεδο του «ηθικού πλεονεκτήματος» που εν πολλοίς τους οδήγησε στην εξουσία, αλλά του τελικού αποτελέσματος.

Με την Ευρώπη να έχει αποδεχτεί τα όποια λάθη της στην βοήθεια που προσέφερε στην Ελλάδα, με τις εξελίξεις στην γειτονιά μας να είναι αυτές που είναι, με σύσσωμη την αντιπολίτευση να είναι πλέον «ευρωπαϊκή», μία καλή διακυβέρνηση της ΠΦΑ θα συμπαρέσυρε το σύνολο του πολιτικού κόσμου μπροστά. Ή έστω, θα υπήρχε η φιλοδοξία για κάτι τέτοιο.

Αντί αυτών, αυτοπαγιδεύτηκαν ευθύς εξαρχής. Η αλαζονεία έγινε σταθερά, μαζί με τον τακτικισμό, λες και οι ήττες ήταν προδιαγεγραμμένες, ενώ οι πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες είναι οικτρές. Καμμένος, Καραμανλής, Γεωργαντά, Εκκλησία, Λεβέντης, ανοιχτοί δεσμοί ακόμα και με την πολύ σκοτεινή πλευρά της Μεταπολίτευσης, όπως είναι ο μεγαλο-εργολάβος - δημοσκόπος του πρώην μεγάλου καναλιού, τους Καλογρίτσες της χώρας.

Όσα κάνει και θα κάνει αναγκαστικά, στα μουλωχτά, σε αλλαγές και ιδιωτικοποιήσεις, γίνονται με όρους ήττας. Χωρίς σχέδιο για το μέλλον, χωρίς καμία φιλοδοξία για το τι μπορεί να αποκομίσει η χώρα. Η επιτομή του «ξεπουλήματος», ως αποτέλεσμα παραίτησης.

Αν δεν αντιλαμβάνεσαι έγκαιρα πως δεν έχεις και δεν θα έχεις τα απαιτούμενα κεφάλαια για το Ελληνικό για να πάψει να είναι χωματερή και να φέρει δουλειές και βελτίωση της περιοχής, πώς θα σχεδιάσεις το πώς και το γιατί της παραχώρησης του;

Ελλείψει κάθε φιλοδοξίας για τον τόπο, κατέληξαν να δίνουν μάχες οπισθοφυλακής, από καιρό χαμένες, όπως αυτή της ΕΛΣΤΑΤ, όπου το μόνο σενάριο «δικαίωσης» θα σήμαινε εθνική καταστροφή - έξοδο της χώρας από το ευρώ, το Μηχανισμό Στήριξης και την ΕΕ.


Τα ίδια και με τις τηλεοπτικές άδειες. Κοντόθωροι, όρισαν πως πρέπει να είναι μόνο τέσσερις. Ουδείς μπορεί να εξηγήσει πειστικά το γιατί - είναι σαφές πως πρόκειται για κάποια εμμονή στο νου του Μαξίμου και του κ. Παππά. Γιατί ακόμα κι αν κατέληγαν σε ένα απολύτως «δικό τους» σχήμα τεσσάρων καναλαρχών, αφενός θα ήταν πλέον οι ίδιοι δέσμιοι της νέας ολιγαρχίας που θα δημιουργούσαν, και αφετέρου θα έπεφταν από τα εναλλακτικά Μέσα που θα προέκυπταν αυτομάτως με όρους «αντίστασης». Αν κάποιος ξέρει αυτό το μηχανισμό, είναι η Αριστερά. Άλλη μία ήττα από το πουθενά. Από επιλογή.

Ποιός θα διαφωνούσε αν γινόταν αυτή η διαγωνιστική διαδικασία ανοιχτά, με όσες άδειες χωράει το φάσμα; Αυτό δεν θα ήταν νίκη; Ακόμα και αν γινόταν όσο εσπευσμένα έγινε τώρα, για να μπορεί να το πάρει μαζί του ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ. Με κριτήρια για την ποιότητα του προγράμματος και την εκπλήρωση όσων οφείλει να παρέχει ένας τηλεοπτικός σταθμός σε εκπαίδευση, ψυχαγωγία, ενημέρωση, διάλογο. Με νέους κανόνες για το μαύρο χρήμα και την εποπτεία από ένα πραγματικό ΕΣΡ, αντί του φαιδρού παραμάγαζου που βάζει πρόστιμα σε φιλιά - παραγγελιά στους αντιδραστικούς και την Εκκλησία.

Δεδομένου του πολιτικού χρόνου που δεν έχει ευκαιρίες για εκλογές μέσα στην επόμενη διετία, χωρίς πρωτοβουλία Τσίπρα, οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν υπάρχει ενδεχόμενο αλλαγής. Αν μπορεί να ανατραπεί η ηττοπάθεια της κυβέρνησης σε όλα τα πεδία. Μάλλον όχι. Μοιάζει να έχει κλειδώσει στην εξυπηρέτηση του πελατειασμού, όσο και των εσωτερικών εμμονών. Η ευκαιρία υπήρξε, στις εκλογές μετά το 3ο Μνημόνιο, όταν πήραν διαζύγιο με Λαφαζάνη, Κωνσταντοπούλου και Βαρουφάκη.

Ακόμα κι αν βλέπαμε επανάληψη του ίδιου έργου, με νέες εκλογές «ανατροπής», μοιάζει πιθανότερο να συμμαχήσουν προς τα κάτω, με τον Λεβέντη, παρά με τις δυνάμεις εκείνες της Αριστεράς, έστω, που αποξένωσαν μετά τον Ιανουάριο του 2015, που πήγαν σπίτι τους. Η εξουσία ως μονόδρομος, χωρίς εθνικό νόμισμα για να κόβει χρήμα, τους οδηγεί νομοτελειακά στην έξοδο.

25.8.16

Επιστροφή των greek statistics

Ή, ακριβέστερα, επιστροφή στην εποχή της ανυποληψίας των greek statistics. Πώς βάζουμε τα χέρια μας, να βγάλουμε τα μάτια μας, από το πουθενά, χάριν κομματικού αφηγήματος και συμφέροντος.

Ας φανταστούμε πως είμαστε για λίγο ένας από τους ξένους νομοθέτες της ευρωζώνης, ή ένα από τα 188 κράτη που μετέχουν στο ΔΝΤ με ετήσια υποχρέωση χρηματοδότησης του (από αυτά τα χρήματα μας δάνεισε).

Η Ελλάδα, μετά τον αποκλεισμό της από τις αγορές, ιδρύει Ανεξάρτητη Στατιστική Αρχή για να μην επαναληφθεί ποτέ η απάτη περασμένων κυβερνήσεων με τα στατιστικά στοιχεία, ενώ η Eurostat αποκτά επιτέλους τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες που προϋποθέτει ο πραγματικός έλεγχος των στοιχείων που δίνει κάθε κράτος.


Με βάση τα νέα στοιχεία, προκύπτει πως η Ελλάδα χρειάζεται ένα σκασμό λεφτά για να μη χρεοκοπήσει, δημιουργώντας 11 εκατομμύρια δυνάμει πρόσφυγες εντός των τειχών της ΕΕ, αναζωπυρώνοντας συγχρόνως την κρίση που έφερε η κατάρρευση της Λήμαν.

Πας λοιπόν στο κοινοβούλιο, ή στην κυβέρνηση σου (αν ανήκεις σε ένα από τα 188 κράτη του ΔΝΤ) και εγκρίνεις τις αναγκαίες πιστώσεις προς την Ελλάδα. Σημειωτέον, με την Ελλάδα τότε να είναι στις 35 πλουσιότερες χώρες του κόσμου, οι πιθανότητες είναι πως η δική σου χώρα είναι σε χειρότερη μοίρα - πως δανείζει ο φτωχός τον πλούσιο, που τα έκανε μαντάρα.

Μέσα σε επτά χρόνια, έχεις παρακολουθήσει όλο το φάσμα των αντιμνημονιακών να ανεβαίνουν σε καρέκλες, αυτών που λένε στο εσωτερικό της Ελλάδας πως είσαι «τοκογλύφος και εκβιαστής» δηλαδή, ενώ μετά την καρέκλα, υποκρίνονται πως νοικοκυρεύουν τα πράγματα αλλά στην ουσία κοροϊδεύουν - τόσο εσένα, όσο και τους ψηφοφόρους σου.

Και κάπου εκεί, στον έβδομο χρόνο, η Ελλάδα, αποφασίζει από μόνη της να δηλώσει πως τα στατιστικά της στοιχεία δεν είναι ακριβή. Πως δεν υπήρχε λόγος κατάρρευσης ή δανεισμού, όπως και δικού σου πολιτικού κόστους σε κάθε εκταμίευση και νέο δανεισμό. Παράλληλα, έτσι για να σε αποτρελάνει, δηλώνει πως η Eurostat, το ΔΝΤ, όλοι οι εγχώριοι και ξένοι θεσμικοί παρατηρητές, συμπεριλαμβανομένου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, δεν ξέρουν τι τους γίνεται.

Όλα αυτά, με αποδείξεις μίας κυρίας Γεωργαντά, που γνωρίζει καλύτερα από τη Eurοstat τι σημαίνουν οι κανονισμοί της ίδιας της Eurostat για την καταγραφή του ελλείμματος κάθε ευρωπαϊκής χώρας. Μίας κ. Γεωργαντά, που έχει ανακαλύψει ό,τι δεν έχει εντοπίσει όποιος είχε συμφέρον να δει το ευρώ να πέφτει, μέσα από ένα σκάνδαλο αναξιόπιστων στοιχείων.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, η Ελλάδα δηλώνει πως θα διερευνήσει σε βάθος «πως και εάν διογκώθηκαν τα ελλείμματα για να υπάρξουν προσχεδιασμένες πολιτικές αποφάσεις, για να υπάρξει η υπαγωγή της χώρας στο μνημόνιο» δια στόματος Υπουργού Επικρατείας. Πρέπει να είναι φοβερή αυτή η κ. Γεωργαντά - να δούμε το βιογραφικό της.

Λέμε η Ελλάδα και όχι η κυβέρνηση, γιατί για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης, έχουμε πλήρη ταύτιση κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης και μάλιστα στη βάση του αντιμνημονιακού αφηγήματος.

Η δίκη του ευρώ, μέσω greek statistics, δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, αλλά αυτή η Ελλάδα έρχεται να πάρει τη δόση της από τα δάνεια που της έχεις εξασφαλίσει, με δικό σου ακριβότερο δανεισμό. Τι κάνεις; Τα δίνεις; Σε ποιόν; Στη χώρα που αποφασίζει όχι μόνο να επανέλθει εθελούσια σε θέση ανυποληψίας, αλλά αυτή τη φορά είναι διατεθειμένη να σε πάρει μαζί της, γιατί κυβέρνηση και αντιπολίτευση διαγκωνίζονται για το ποιός θα πάρει τους περισσότερους Παυλόπουλους και Παπαγγελόπουλος; Τους περισσότερους Καραμανλικούς του εκτροχιασμού;

Στον αντίποδα, αν δεν τα δώσεις, θα σε πουν «τοκογλύφο και εκβιαστή». Τι είχες - τι έχασες θα μου πεις. Και θα έχεις δίκιο.



διαβάστε επίσης:

13.8.16

Κανένας αλήτης δε σεβάστηκε τα θύματα του

 Οι οικοπεδοφάγοι και οι καταπατητές δασικών εκτάσεων δεν είναι ούτε καινούριο, ούτε άγνωστο θέμα στην ελληνική κοινωνία. Όπως δεν είναι και οι σχέσεις τους με τον κρατικό μηχανισμό και τις τοπικές κοινωνίες.

Δισεκατομμύρια έχουν δαπανηθεί σε Χωροταξικά, ρυθμίσεις, δορυφόρους και άλλα μέσα, προκειμένου να σταθεροποιηθεί το δασικό ως δασικό και το κρατικό ως κρατικό. Όλα έχουν αποτύχει και δεν είναι τυχαίο.

Στην πενταετία Καραμανλή, επιχειρήθηκαν τα εξής: 

Πρώτον, το Χωροταξικό Σουφλιά, που επιδίωκε να γεμίσει την ελληνική ακτογραμμή με εκτός όρων δόμησης πολυόροφα ξενοδοχεία-μεγαθήρια, σαν αυτά που η Ισπανία γκρέμιζε ήδη τότε, έχοντας αποδεχτεί πως ήταν ένα αποτυχημένο μοντέλο για τον τουρισμό. Πως το φυσικό κάλλος μίας περιοχής είναι σημαντικότερο του μεγαθήριου και του οικολογικού του αποτυπώματος σε περιοχές που δεν μπορούσαν να σηκώσουν τέτοιες συγκεντρώσεις πληθυσμών χωρίς τεράστια κρατική δαπάνη. Δαπάνη που θα πήγαινε υπέρ του επιχειρηματία και όχι της τοπικής κοινωνίας ή του περιβάλλοντος.

Δεύτερο, το έγκλημα που οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στις πυρκαγιές του 2007. Παρέδωσαν τους τοπικούς χάρτες και όρους δόμησης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, σε προεκλογικό χρόνο, στο παράθυρο ευκαιρίας κάθε λαμόγιου για υπερ-ρουσφέτια δηλαδή. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση με εκατοντάδες περιπτώσεις σύμπραξης με το κύκλωμα, να έχουν δει τη δημοσιότητα και να έχουν φτάσει στη δικαιοσύνη. Και το έκαναν χωρίς δικλείδες ελέγχου, χωρίς κανόνες, χωρίς κριτήρια. χωρίς οδηγίες. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ζήσαμε, ειδικά στην Ηλεία, με τις χαμένες περιουσίες και ζωές. από το πάρτι των εμπρηστών.

Στροφή Αρτέμιδας, 2007, 26 νεκροί

Ο πολιτικός κυνισμός της Νέας Δημοκρατίας δεν σταμάτησε μπροστά στην εικόνα ανθρώπινων ζωών που χάνονταν στις φλόγες, στις ελλείψεις πυροσβεστικών μέσων ή επιτελικής ικανότητας από μία Πυροσβεστική που είχαν ξηλώσει με κομματικά κριτήρια. Προχώρησε σε νέα βάθη δηλώνοντας: «το πράσινο καίει το πράσινο». Η υπόνοια ήταν πως το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου  έκαιγε τη χώρα συνοδεία Τούρκων πρακτόρων, για να κερδίσει τις εκλογές. Η δε φιλολαϊκή τους απάντηση σε αυτό το «σχέδιο», ήταν τα τριχίλιαρα που μοίρασαν με τον κ. Μπαρόζο. Και το περιβόητο ταμείο Μολυβιάτη, που ακόμα αναζητείται η τύχη του.

Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κορυφαία αυτή τη στιγμή στη νεοελληνική ιστορία, για τον κυνισμό της, αλλά θα ήταν λάθος. Υπήρξαν τόσες μέσα στην πενταετία, που δύσκολα κάποιος θα τις ξεχωρίσει. Από την απογραφή - τη μετατόπιση δαπανών δηλαδή σε άλλη χρονιά για να μπορέσουν να δανειστούν για παροχές - μέχρι τις ανταλλαγές εκτάσεων με τον Εφραίμ, τα παρατράγουδα της «Αλληλεγγύης», και τον τελικό εκτροχιασμό, δεν υπάρχει μία στιγμή. Ήταν πέντε χρόνια που δεν παράχθηκε τίποτα, πλην διαπλοκής και μαύρου χρήματος.

Αυτό που εκπλήσσει, όμως, είναι το θράσος όσων επανέρχονται σε αυτή την περίοδο, με τα ίδια συνθήματα, ζητώντας δικαίωση. Μία τέτοια περίπτωση είναι ο κ. Στυλιανίδης.

Τα σχεδόν 2,3 δισεκατομμύρια έλλειμμα, τόσα δανειζόταν κάθε χρόνο το ταμείο αρμοδιότητας του, που άφησε στα Μέσα Μεταφοράς να του τα συγχωρήσουμε. Η επιστροφή στο «έκαψαν τη χώρα», πάνω από νεκρούς, διαλυμένες οικογένειες και περιουσίες, όμως, τον ξεχωρίζει μακράν. Επιτέλους, ας απονεμηθεί μία αναμνηστική πλάκα στον πρώην υπουργό, ως το χειρότερο σκατό στο βόθρο της Καραμανλικής χρεοκοπίας. Το κέρδισε και με το παραπάνω, ο υπερπατριώτης.


13 Αυγούστου 2016

10.8.16

Η ανισότητα τρέφει το μίσος



Η μεσαία τάξη έχει να δει άνοδο στο εισόδημα της κάτι δεκαετίες. Όχι γιατί δεν παράγεται πλούτος, αλλά γιατί αυτός μεταβιβάζεται σχεδόν αποκλειστικά σε όσους έχουν το αρχικό κεφάλαιο, στις αγορές και μερικά κορυφαία στελέχη.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος των κερδών του 1%, όπως και των πολυεθνικών, μεταφέρεται σε εξωχώριες εταιρείες, αφορολόγητα, εις βάρος των κοινωνιών που δεν έχουν καμία δυνατότητα φοροαποφυγής. Όλο το βάρος μένει στα κατώτερα στρώματα. «Μονά - ζυγά» των λίγων, δηλαδή.

Τα κέρδη αυτά έχουν έρθει από ανάπτυξη που έχει χρηματοδοτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την κατανάλωση της μεσαίας τάξης, κατανάλωσης που έγινε με δανεικά, υπό τη σύμβαση ενός σταθερού συστήματος και άρα σταθερού εισοδήματος που θα χρηματοδοτεί το κόστος δανεισμού. Το επίπεδο διαβίωσης της μεσαίας τάξης έχει ανέβει, αλλά με δανεικά. Όχι με συμμετοχή σε ό,τι παράγει.

Σε κάθε ανατάραξη που φέρνει ανεργία ή ύφεση, το κόστος πάει πάλι στους πολλούς, ενώ συνήθως ακολουθείται από μειωτικά σχόλια και κριτική: «ανοίχτηκες πέρα από τις δυνατότητες σου», την ώρα που όλα τους έλεγαν να κάνουν ακριβώς αυτό. Ως μονόδρομο. ακόμα και ως υποχρέωση, για το καλό της οικονομίας (των λίγων).


Πόση ανισότητα αντέχουμε, 
για να έχουμε μία οικονομία που δουλεύει για όλους, 
αναρωτιέται ο Robert Reich στο Inequality for All 
(βλ. στο τέλος του ποστ ή εδώ)





πηγή γραφημάτων

Είναι προφανές πως αυτό το σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Όπως οφείλει να είναι σαφές πως ο καθημερινός πολίτης δεν θα κάνει χρηματοπιστωτική ανάλυση για ό,τι του συμβαίνει - για την επίθεση που δέχεται ως πρόσωπο, ως οικογένεια, ως επαγγελματικός κλάδος.

Εδώ παραμονεύουν οι λαϊκιστές τύπου Τραμπ, Λε Πεν, Φαράζ. Δείχνοντας κατανόηση στο πρόβλημα - στην αδικία - προσφέρουν εκτόνωση στο θυμικό, υποσχόμενοι πως έχουν εντοπίσει τον εχθρό και θα τον εξοντώσουν. Οι Μεξικάνοι, οι Μαροκινοί, οι Ευρωπαίοι, οι gay, και ούτω καθεξής.

Στην πράξη, όλοι αυτοί, αν δουν εξουσία, λειτουργούν υπέρ των λίγων και επιδεινώνουν το πρόβλημα, ενώ παράλληλα ποτίζουν τις κοινωνίες τους με ακόμα μεγαλύτερο μίσος για να μείνουν στην εξουσία.

Αυτή την ώρα, σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία, αυτή η πολιτική και συστημική αλητεία έχει παγκοσμιοποιηθεί και πλέον απειλεί τις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες. Συγχρόνως.

Αν δεν υπάρξει μαζική - παγκόσμια - απάντηση στο φαινόμενο, αν θεωρηθεί πως το σύστημα έχει ακόμα αντοχές να συνεχίσει ως έχει επειδή η Χίλαρυ Κλίντον θα κερδίσει τον Τραμπ (αν τον κερδίσει), θα καταρρεύσει ό,τι αναγνωρίζουμε σαν μοντέρνα δυτική κοινωνία. Τη θέση της θα την πάρει το μίσος. Ξανά.




Περισσότερα, εδώ:

27.7.16

Η σοσιαλδημοκρατία να κηρύξει τον πόλεμο στα «Trickle Down Economics»


Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να κηρύξει τον πόλεμο στα «Trickle Down Economics». Δε θα ορθοποδήσει, διεθνώς, αν δεν πάρει ειλικρινείς αποστάσεις από αυτή την οικονομική θεώρηση που οδήγησε σε καταπάτηση κάθε πολιτικής κατεύθυνσης, πυξίδας, αξίας και αρχής.


Αυτή η Θατσερική θεώρηση, λέει, πως αν αφήσουμε τους πλούσιους να γίνουν πλουσιότεροι, θα «στάξει» χρήμα και ευημερία και στα κατώτερα στρώματα. 

Οικονομικά, είναι λανθασμένη: όσο πλούτο κι αν συγκεντρώσει ένας ιδιώτης, δεν θα καταναλώσει ποτέ όσο εκατό ή διακόσιες χιλιάδες καταναλωτές που στερούνται το διαθέσιμο εισόδημα που υπερσυγκεντρωνεται από τον έναν, μέσα από νόμιμες (και μη) φορολογικές πρακτικές ή νομοθεσίες που τάχα θα ενίσχυαν την εκάστοτε ανάπτυξη, αλλά στην ουσία έπνιγαν την κυκλοφορία του χρήματος, στερούσαν πόρους από τις εθνικές οικονομίες και άφηναν επιχειρηματίες να στερούν πόρους από τις επιχειρήσεις τους, μέσα από μερίσματα και εξωχώριες συναλλαγές.

Σε ό,τι αφορά τις ίδιες τις εταιρείες, όταν καταφέρνουν να γίνουν υπερβολικά μεγάλες, επίσης βλάπτουν την οικονομία, μέσα από την κυριαρχία στους τομείς δραστηριοποίησης τους, αφού σκοτώνουν κάθε έννοια ανταγωνισμού και καινοτομίας, ενώ αποτελούν κίνδυνο, όπως είδαμε, μετά την κατάρρευση του μύθου περί «too big to fail» και τις επιπτώσεις τους στην παγκόσμια οικονομία.

Σημαντικότερη, όμως, από την οικονομική διάψευση αυτής της θεώρησης, είναι η πολιτική εξαπάτηση. Το θεώρημα βασίζεται στην εικόνα ενός πύργου από ποτήρια σαμπάνιας, φυσικά, όπου αφότου γεμίσει το πρώτο ποτήρι με το αφρώδες ποτό, αρχίζει υπερχειλίζει στα τρία ποτήρια που είναι από κάτω, και αυτά με τη σειρά τους στα επτά που βρίσκονται από κάτω τους και τα στηρίζουν και ούτω καθεξής. 

Αυτό που δεν είπε η Μάργκαρετ Θάτσερ και οι κορπορατιστές «σοσιαλδημοκράτες» που με ευκολία αποδέχτηκαν το μοντέλο, είναι πως το πάνω ποτήρι δεν έχει σταθερό μέγεθος, αλλά ότι μεγαλώνει. Όσο θέλει. Αυτό έχει γίνει στην Αμερική, όπου το 10% του 1% έχει καταλήξει να έχει όσα μοιράζεται το 90% του υπόλοιπου αμερικανικού λαού - αυτού που αρνείται να σηκώνει πλέον το βάρος αυτών των τεράστιων ποτηριών και την ανισότητα που έχουν επιβάλλει σε διεθνές επίπεδο μέσα από την παγκοσμιοποίηση του πλούτου αλλά όχι του πολιτικού ελέγχου. Αυτού που είναι πλέον σε παράφρονα κατάσταση και προτίθεται ακόμα και να ψηφίσει μέλος του 1%, αν αυτό σημαίνει πως θα «δώσει γροθιά» σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως κατεστημένο.

Πολιτικές σαν τη φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, όπως πρότεινε ο Γιώργος Παπανδρέου και το τότε ΠΑΣΟΚ, υπό την χλεύη των συντηρητικών, μία φορολόγηση που έξι χρόνια μετά επαναφέρει ο κ. Σόιμπλε στη διάσκεψη των G20, θα ήταν μία πρώτη αντιστάθμιση στο μέγεθος των πάνω ποτηριών - μία αναγκαστική «σταγόνα» προς τα κάτω ποτήρια. 

Οι θιασώτες των «Trickle Down Economics» θέλουν να μας πείσουν πως το κράτος και η πολιτική εξουσία είναι εξ ορισμού κακή, είτε γιατί ανήκουν στα πάνω στρώματα, είτε γιατί διατηρούν σχέσεις με αυτά, είτε γιατί ανοήτως πιστεύουν πως έχουν πρόσβαση στο 1% - πως θα γίνουν αύριο μέρος του. Πόσω μάλλον η πολιτική εξουσία που ξεπερνάει τα εθνικά όρια, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, και πλέον επιχειρεί να συνομιλήσει ευθέως με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία θέτοντας κανόνες... για το πάνω ποτήρι. 

Στην Αγγλία αυτό έγινε πιστευτό, υπερίσχυσε το brexit, και συμπαρασύρουν τώρα το σύνολο της Βρετανίας εκτός ΕΕ. Σύντομα θα δούμε τα αποτελέσματα, που δεν θα περιοριστούν στην πτώση της αξίας του εθνικού νομίσματος, δυστυχώς, ενώ παράλληλα βλέπουμε ήδη την πολιτική και κοινωνική διάλυση μέσα από τα νέα και αυξανόμενα φαινόμενα ρατσισμού για παράδειγμα.

Η σοσιαλδημοκρατία, όπως πολιτεύθηκε στην παρένθεση (ελπίζω) της δεκαετίας του 90 και του 2000, είναι στην εντατική. Η θολωμένη ματιά όσων την έφτασαν εκεί, επιτρέποντας την άλωση ακόμα και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από νοοτροπίες τύπου Μπαρόζο, θυμίζει γιατρό που στέκεται ακίνητος πάνω από το ανοιχτό στήθος του ασθενούς στο χειρουργικό τραπέζι, αναλογιζόμενος τι είναι ο άνθρωπος, τι η ιατρική και τι ο θάνατος. Δε χρειάζεται ειδικές γνώσεις για να δει κάποιος πως ο ασθενής κινδυνεύει.

Και αυτός ο ασθενής - η σοσιαλδημοκρατία και όσα πρεσβεύει για τον άνθρωπο - δεν θα ανανήψει ακούγοντας διάλεξη για την εγχείριση της ανοιχτής καρδιάς, ή ιστορική αναδρομή για τις επιτεύξεις της ιατρικής. Περιμένει να δει τα χέρια του θεράποντος να λερώνονται. Περιμένει να δει ειλικρινείς δράσεις και όχι δεκάρικους σε επιλεγμένα κοινά. 

Περιμένει να δει πως εντοπίζεται η εισοδηματική και περιουσιακή ανισότητα ως το πρόβλημα και το (φορολογικό και νομοθετικό) ζωνάρι στο πάνω «ποτήρι», μπας και ξεκολλήσει το εισόδημα της μεσαίας τάξης, και ξεφύγουν κάποια από τα εκατοντάδες εκατομμύρια πολιτών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας σε όλο το δυτικό κόσμο. 

Περιμένει τον πόλεμο στα «Trickle Down Economics» και την αναδιανομή όσων καταστρεπτικά, για τις κοινωνίες μας, υπερσυγκεντρώθηκαν μέσα από τη χειραγώγηση πολιτικής και πολιτών, με χαρακτηριστικά αδιαφάνειας, αντικοινοβουλευτισμού, διαφθοράς και ανισότητας. Τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο. 

Περιμένει να δει τα ποτήρια να επανέρχονται σε μεγέθη εποχής New Deal με ευημερία για όλους. Όχι μερικούς. Δεν υπάρχει θέσφατο στην επικράτηση και διατήρηση της σημερινής ζούγκλας, που επέβαλλε μία άφρονη ολιγαρχία, με τη βοήθεια και την υποχώρηση μερικών δειλών πολιτικών. 



22.7.16

Τι συνέβη με την ψήφιση της απλής αναλογικής


Το πρώτο, όσο κι αν στενοχωρεί πολλούς, είναι πως ο Πρωθυπουργός και η κάκιστη κυβέρνησή του, βγήκαν ενισχυμένοι. Ψήφισαν το νόμο που ήθελαν (θα πούμε παρακάτω γιατί τον ήθελαν), με διευρυμένη πλειοψηφία, με το «προοδευτικό μέτωπο» ΠΑΣΟΚ-Ποταμιού να βγαίνει στην σέντρα ως ασυνεπές και την συντηρητική παράταξη να μην έχει τίποτα να αντιπαρατάξει, πέραν της προσωπικής ιστορίας του αρχηγού της.

Τι επιδίωξε η κυβέρνηση

Η επιδίωξη της κυβέρνησης ήταν διπλή: αφενός να φανεί συνεπής σε μία εποχή που κατακεραυνώνεται για τη μνημονιακή στροφή της κι ό,τι αυτή έφερε. Αφετέρου, η συμμετοχή της στο επόμενο κυβερνητικό σχήμα, που θα προκύψει μέσα από βαριά πόλωση εφεξής, στο όνομα της κυβερνησιμότητας, και μετά από διπλές εκλογές πιθανότατα, αν στις επόμενες εκλογές δεν λάβει η ΝΔ ικανά ποσοστά για το σχηματισμό κυβέρνησης. Και μάλλον, δε θα τα λάβει, αν η ρητορική της παραμείνει στο «εδώ ο καλύτερος μνημονιακός». 

Το δε ΠΑΣΟΚ (και το Ποτάμι, αν επανεκλεγεί, ή μία ενωμένη σοσιαλδημοκρατία αν δεήσει) θα προτιμήσει την αντιπολίτευση από τη συγκυβέρνηση με την ΝΔ, μετά την τελευταία εμπειρία τους από το εγχείρημα, ή τις δεύτερες εκλογές και σχηματισμό τρικομματικής ή τετρακομματικής κυβέρνησης, με κορμό τη ΝΔ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ναι, μαζί. Αυτό κατάφερε χθες ο κ. Τσίπρας: ό,τι κι αν γίνει, θα είναι στην επόμενη κυβέρνηση.

Οι χαμένοι της ψήφισης του εκλογικού νόμου

Καταρχάς η Νέα Δημοκρατία, που φάνηκε να κυνηγάει την καρέκλα της. Δεν είχε επιχειρήματα πέραν τεχνικών ζητημάτων για το πόσοι και ποιοι θα κάθονταν σε καρέκλες μετά τις επόμενες εκλογές. Σε όλη τη ρητορική του κ. Μητσοτάκη, η απάντηση ήταν «μαζί θα κυβερνήσουμε», που του διαμήνυσε ο Πρωθυπουργός με την πρόταση νόμου. Αυτό ήθελε ο κ. Τσίπρας, και το κέρδισε.

Σαφώς χαμένη, η κ. Γεννηματά που όχι μόνο δε διαφοροποιήθηκε πολιτικά, αλλά έκανε πίσω από διακηρυγμένη θέση του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, υπέρ της απλής αναλογικής, αντί του γερμανικού μοντέλου που ήταν η θέση του ΠΑΣΟΚ επί Παπανδρέου, με σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών, ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών και πολιτών και περιορισμό του μαύρου χρήματος. 

Φάνηκε ασυνεπής, χωρίς προτάσεις και δέσμια του εκλογικού παρασυστήματος, αφού δεν κατάφερε καν να θέσει όρο για υπερψήφιση της απλής αναλογικής το σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών, ούτως ώστε να βρει έστω μία πρόφαση για την ασυνέπεια, παγιδευμένη σε μία άχαρη και τεχνική, όσο και ψευδή, συζήτηση για το ποιος θα κυβερνήσει στο μέλλον. Πιθανόν, γιατί αν η κυβέρνηση έκανε τους όρους της δεκτούς, θα έπεφτε να την φάει... η «Β’ Αθηνών» και οι λοιπές μεγάλες περιφέρειες των μεγαλοστελεχών και των χρηματοδοτών τους.

Επίλογος

Οι πολίτες, μάλλον έμειναν αδιάφοροι και περαιτέρω αποξενωμένοι από το όλο φιάσκο. Δε χτυπήθηκε το μαύρο χρήμα και η ισχύς των Μέσων στο ποιος θα μπει στο κοινοβούλιο, δε βελτιώθηκε η δημοκρατία μέσα από τη συμμετοχικότητα, δε θα εκλεγούν "άγνωστοι" που θα πείσουν τους ψηφοφόρους με τίμιο και φτηνό αγώνα "πόρτα-πόρτα", δε θα αλλάξει τίποτα, πλην ενός θλιβερού φαινομένου, της διαρκώς αυξανόμενης αμφισβήτησης των πολιτών προς την πολιτική και τους θεσμούς, που είδαν να απαξιώνονται ανερυθρίαστα για μία ακόμα φορά σε ένα παιχνίδι που δεν αφορά τον πολίτη, αλλά τους πολιτευτές και τα κόμματα τους. Αυτούς που επιμένουν να πριονίζουν - να απαξιώνουν - το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται, το θεσμικό πλαίσιο, τη φωνή των πολιτών και συνεπώς τη Δημοκρατία.

Translate