6.11.10

4 χρόνια


Οι κάτοικοι της Πλατείας Λέλας Καραγιάννη ήτανε "μπάχαλοι".
Οι κάτοικοι που νομίζουν την πόλη βρώμικη, οφείλουν να μετακομίσουν. Ειδικότερα η κ.Λένα Ράλλη, οφείλει να σωπάσει.
Οι μετανάστες φταίνε για όλα. Για όλα!
Ο ΟΚΑΝΑ φταίει για την εικόνα στην πλατεία Θεάτρου και την γύρω περιοχή. Δεν τον έφερε ο δήμαρχος στο ιστορικό κέντρο.
Η δημοτική αστυνομία κάνει καλά την δουλειά της.
Ο δήμος δεν χρωστάει. Τα οικονομικά του είναι αξιοζήλευτα και διαφανή. Ομοίως και οι Α.Ε. του.
Ο δημοτικός 9,84 είναι μία βιώσιμη επιχείρηση και έχει όσους εργαζόμενους χρειάζεται ένας σταθμός αυτής της ακροαματικότητας.
Ο δήμος πρασίνισε.
Ο δήμος διεκδίκησε για τον πολίτη.
Ο δήμος είναι μοχλός ανάπτυξης. Είναι φάρος εκσυγχρονισμού, σύγχρονης λειτουργίας με αξιοκρατία και φιλικές διαδικασίες για τον πολίτη.
Οι βρεφονηπιακοί σταθμοί είναι οι καλύτεροι που θα μπορούσαμε να έχουμε, σε ένα δήμο με αυτούς τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους.
Ο δήμος της Αθήνας μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έχει γίνει φάρος πολιτισμού. Ειδική μνεία στον Γιώργο Κατσαρό και την τρομπέτα του.
Η Αθήνα είναι η καθαρότερη Ευρωπαϊκή μητρόπολη.
Ο δημόσιος χώρος είναι αφιερωμένος στον πολίτη. Υπάρχει ειδική μέριμνα για τους ηλικιωμένους και τα ΑΜΕΑ: τραπεζοκαθίσματα παντού. Παντού όμως!
Ο δήμαρχος ακούει.
Ο δήμαρχος διαβουλεύεται.
Ο δήμαρχος σέβεται τον πολίτη και τα δημοτικά τέλη που του αποδίδονται.
Ο δήμαρχος αγαπάει το πράσινο.
Ο δήμαρχος φώτισε την πόλη.

Ο δήμαρχος με προσβάλλει καθημερινά

video


(από το λεξικό του Τρανταφυλλίδη)

προσβολή η [prozvolí] O29 :
1. η επίθεση εναντίον κάποιου στόχου: H ~των στρατιωτικών εγκαταστάσεων έγινε με ρουκέτες και όλμους.
2. δράση που προκαλεί βλάβη (ειδ. στην υγεία): H ~ του νευρικού / του πεπτικού συστήματος από ιούς. Kαρδιακή ~, έμφραγμα. || ~ των αμπελιών από φυλλοξήρα.
3. υβριστική συμπεριφορά, πράξη (που θίγει την τιμή, την υπόληψη, το κύρος κτλ.): Kαταπίνω / ανταποδίδω / ξεπλένω την ~. H πράξη του θεωρήθηκε μεγάλη ~. Δεν ανέχομαι τις προσβολές. || (νομ.) ~ της αιδούς κάποιου / της δημοσίας αιδούς*.
4. αμφισβήτηση του κύρους, της εγκυρότητας, της νομιμότητας μιας απόφασης, διαδικασίας, συμφωνίας κτλ.:Kατατέθηκε ~ κατά της απόφασης. [λόγ.: 1: αρχ. προσβολή· 2: σημδ. γαλλ. attaque· 3: σημδ. γαλλ. offense· 4: κατά τη σημ. τουπροσβάλλω4]



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Translate